.ωνίας

ἀνίᾱς , ἀνία
grief
fem acc pl
ἀνίᾱς , ἀνία
grief
fem gen sg (attic doric aeolic)
ἀ̱νίᾱς , ἀνιάω
grieve
imperf ind act 2nd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ωνίας — (2ος αι. π.Χ.). Εβραίος ιερωμένος του Θέλησε να δημιουργήσει στην Αίγυπτο κοινότητα των συμπατριωτών του που είχαν ελληνική μόρφωση. Η κοινότητα αυτή θα ήταν ανεξάρτητη από τους Εβραίους της Παλαιστίνης. Ο Πτολεμαίος ο ΣΤ’ ευνόησε το σχέδιο του Ω …   Dictionary of Greek

  • PUBLIUS Proconsul — memoratur Constantino, l. 1. de Themat. et Inscr. cuiusdam monumenti Smyrnae, quae sic habuit, Πούβλιος ἀνθύπατος ἄρχων Ι᾿ωνίας, Φρυγίας, Αἰολίδος, Μηονίας, Λυδίας, Ε῾λλησπόντου, Μυσίας, Βιθυνίας, Ταρσίας, Γαλατίας, Μαριανδυιῶν, Πόντου,… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.